Από τη Μόνα Λίζα ως τον Κώδικα του Χαμουραμπί: Τα εμβληματικότερα εκθέματα του Λούβρου
- Παναγιώτα Απέργη - 8 Ιανουαρίου 2026
Το μουσείο στεγάζεται στο Παλάτι του Λούβρου, το οποίο χτίστηκε στα τέλη του 12ου με 13ου αιώνα και για αιώνες λειτουργούσε ως η κύρια κατοικία των Γάλλων βασιλέων, μέχρι που το κτίριο ανασχεδιάστηκε και επεκτάθηκε πολλές φορές και το 1682 μετατράπηκε επίσημα σε εκθεσιακός χώρος, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ’ επέλεξε το Παλάτι των Βερσαλλιών για την κατοικία του.
Από τα τέλη του 17ου αιώνα περιελάμβανε μια πλούσια συλλογή αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών γλυπτών, η οποία με τα χρόνια εμπλουτίστηκε με ακόμη περισσότερα εκθέματα, φιλοξενώντας την πρώτη του έκθεση το 1699 υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Επιγραφών και Γραμμάτων και της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής και Γλυπτικής.
Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε ότι το Λούβρο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μουσείο για την έκθεση των αριστουργημάτων της χώρας, ανοίγοντας επισήμως τις πύλες του, ως μουσειακός χώρος, στις 10 Αυγούστου 1793 με μια έκθεση 537 πινάκων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν βασιλική και κατασχεμένη εκκλησιαστική περιουσία.

Λόγω δομικών προβλημάτων του κτιρίου, το μουσείο παρέμεινε κλειστό από το 1796 έως το 1801, οπότε και μετονομάστηκε σε Μουσείο του Ναπολέοντα, αφού η στρατηγική μεγαλοφυΐα πολλαπλασίασε τη συλλογή με πλήθος λεηλατημένων έργων τέχνης από την Ευρώπη, την Αίγυπτο και τη Συρία.
Μετά την παραίτηση του Ναπολέοντα, πολλά από τα έργα, που είχαν κατασχεθεί από τους στρατούς του, επιστράφηκαν στους αρχικούς τους ιδιοκτήτες, αν και η συλλογή αυξήθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΗ’ και του Καρόλου Κ’, και της Τρίτης Δημοκρατίας. Έκτοτε, η συλλογή χωρίζεται σε οκτώ τμήματα και, συγκεκριμένα, σε: Αιγυπτιακές Αρχαιότητες, Αρχαιότητες της Εγγύς Ανατολής, Ελληνικές, Ετρουσκικές και Ρωμαϊκές Αρχαιότητες, Ισλαμική Τέχνη, Γλυπτική, Διακοσμητικές Τέχνες, Ζωγραφική, Χαρακτικά και Σχέδια.
Ας δούμε, λοιπόν, μερικά από τα εμβληματικότερα έργα, αντιπροσωπευτικά διαφόρων πολιτισμών και καλλιτεχνικής δημιουργίας, που πρέπει να δει οπωσδήποτε ο επισκέπτης στο Λούβρο.
Η Μόνα Λίζα
Κατά κοινή ομολογία, το αναγεννησιακό αριστούργημα του Λεονάρντο ντα Βίντσι είναι ο πιο διάσημος πίνακας σε ολόκληρο τον κόσμο και ένα από τα πιο πολυφωτογραφημένα εκθέματα του Λούβρου, που φιλοξενείται στην πτέρυγα Denon. Οι μικρές σχετικά διαστάσεις του [77x53 εκατοστά] έρχονται σε αντίθεση με τις διάφορες θεωρίες και τα ερωτήματα σχετικά με το ποιος το ζωγράφισε, ποιο είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, γιατί και αν χαμογελάει, αλλά και ποια στοιχεία κρύβονται γύρω από τη γυναικεία μορφή.

Τον Αύγουστο του 1911, ο πίνακας κλάπηκε από έναν Ιταλό υπάλληλο του Λούβρου, ο οποίος πίστευε ότι το έργο έπρεπε να επαναπατριστεί στη χώρα του, αλλά δύο χρόνια αργότερα ο πίνακας εντοπίστηκε στην Ιταλία και επέστρεψε στη Γαλλία. Εξαιτίας των διάφορων προσπαθειών κλοπής, αλλά και βανδαλισμών, πλέον ο πίνακας προστατεύεται με αλεξίσφαιρο γυαλί και φυλάσσεται όλο το 24ωρο.
Η Φτερωτή Νίκη της Σαμοθράκης
Το λαξευμένο από αστραφτερό παριανό μάρμαρο έκθεμα, που βρίσκεται στην πτέρυγα Denon, αποτελεί μια απόδειξη της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας της αρχαίας Ελλάδας, απεικονίζοντας τη θεά της νίκης με δύο πανέμορφα φτερά να βγαίνουν από τον κορμό της, σε μια στάση που συνδυάζει κίνηση και ισορροπία.

Μάλιστα, η μορφή, ύψους 244 εκατοστών, φαίνεται να προσγειώνεται στην πρύμνη ενός πλοίου, με τα ρούχα της να φυσούν από τον άνεμο, δημιουργώντας ένα μοναδικό αποτέλεσμα, που μαγνητίζει τα βλέμματα όλων των επισκεπτών, προκαλώντας δέος. Το άγαλμα ανακαλύφθηκε στο νησί της Σαμοθράκης και εκτίθεται στο Λούβρο από το 1884.
Η Αφροδίτη της Μήλου
To άγαλμα της Αφροδίτης, ένα κατεξοχήν σύμβολο κλασικής ομορφιάς, οφείλει το όνομά του στο νησί όπου ανακαλύφθηκε. Σκαλισμένο σε παριανό μάρμαρο με ύψος 2,02 μ., η Αφροδίτη της Μήλου, που φιλοξενείται στην πτέρυγα Sully, χρονολογείται γύρω στο 130-100 π.Χ., και θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα της ελληνιστικής τέχνης, που συνδυάζει αρμονικά τη γυναικεία ομορφιά και θηλυκότητα.

Κι αυτό γιατί η θεά της ομορφιάς και του έρωτα αποτυπώνεται ημίγυμνη φορώντας μόνο το ιμάτιο δεμένο γύρω από τους γοφούς της, ενώ τα δύο χέρια της, που λείπουν, μάλλον καταστράφηκαν κατά την ανασκαφή ή κατά τη μεταφορά στο Λούβρου, όπου εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1821.
Ο Κώδικας του Χαμουραμπί
Ο κώδικας χαράχθηκε στη Βαβυλώνα της Μεσοποταμίας περί τα 1760 π.Χ., και ανακαλύφθηκε το 1901 κατά τη διάρκεια γαλλικής αρχαιολογικής αποστολής στην πόλη Σούσα. Επί της ουσίας πρόκειται για μια στήλη βασάλτη 2,25 μέτρων, ένα εξαιρετικά σκληρό ηφαιστειακό πέτρωμα το οποίο είναι δύσκολο να επεξεργαστεί, που δείχνει τον βασιλιά Χαμουραμπί να δέχεται τους νόμους από τον θεό Σαμάς, τη βαβυλωνιακή θεότητα του Ήλιου και της Δικαιοσύνης, ενώ στο κάτω μέρος βρίσκονται οι ίδιοι οι 282 νόμοι, που συνιστούν την παλαιότερη οργανωμένη συλλογή γραπτών νόμων στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Γραμμένοι στην ακκαδική γλώσσα, ένα σουμερο-ακκαδικό σύστημα σφηνοειδούς γραφής, οι νόμοι καλύπτουν διάφορους τομείς της ανθρώπινης συνύπαρξης και διαφορετικές κατηγορίες αδικημάτων, όπως το δίκαιο της ιδιοκτησίας, το οικογενειακό δίκαιο και το ποινικό δίκαιο, ασκώντας μεγάλη επιρροή σε μεταγενέστερα νομικά συστήματα, όπως ο Μωσαϊκός Νόμος.
Η Μεγάλη Σφίγγα της Τάνιδος
Η Μεγάλη Σφίγγα βρέθηκε από Γάλλους αρχαιολόγους, το 1826, στον ναό του Άμμωνος-Ρα, στην πόλη Τάνι, που υπήρξε πρωτεύουσα της Αιγύπτου από την 21η έως την 23η Δυναστεία. Το γλυπτό, από το οποίο λείπει μόνο ένα πόδι και η μύτη, είναι φτιαγμένο από τοπικό ροζ γρανίτη, υλικό πολύτιμο τόσο για το χρώμα του όσο και για την αντοχή του, συνετέλεσε ώστε να διατηρηθεί σχεδόν ακέραιο.

Η μυθολογική Σφίγγα συνδυάζει σώμα λιονταριού με ανθρώπινο κεφάλι, συμβολίζοντας τόσο τη δύναμη όσο και τη σοφία, με τον δημιουργό της να μην κατονομάζεται μέχρι σήμερα, αν και επιγραφές στο γλυπτό υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει επαναχρησιμοποιηθεί ή να έχει επανεγγραφεί από πολλούς ηγεμόνες σε διαφορετικές περιόδους της αιγυπτιακής ιστορίας, προσφέροντας ενδείξεις για το πολιτικό και θρησκευτικό τοπίο της Αιγύπτου σε διαφορετικές δυναστείες.
Η στέψη του Ναπολέοντα
O «Καθαγιασμός του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄ και Στέψη της Αυτοκράτειρας Ιωσηφίνας», όπως είναι ο επίσημος τίτλος του πίνακα, διαθέτει τις τεράστιες διαστάσεις 9 επί 10 μέτρων και αναπαριστά τη μεγαλοπρεπή τελετή που έλαβε χώρα στον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων στις 2 Δεκεμβρίου 1804. Το έργο φιλοτεχνήθηκε από τον επίσημο ζωγράφο του αυτοκράτορα Ναπολέοντα, τον Ζακ-Λουί Νταβίντ, συνδυάζοντας την ποιητική αίσθηση και το προσωπικό στυλ του καλλιτέχνη και αναδεικνύοντας την εξουσία του Ναπολέοντα και το μεγαλείο της Αυτοκρατορίας του.

Μάλιστα, η προσπάθεια να αναπαραστήσουν τον Ναπολέοντα ψηλότερο από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα, με το μεγαλείο και το εγώ της αυτοκρατορίας σε πλήρη προβολή, με την αποτύπωση προσώπων, όπως η μητέρα και ο αδελφός του αυτοκράτορα, που δεν παρίσταντο στην τελετή, καθιστά το έργο ένα από τα πρώτα παραδείγματα πολιτικής προπαγάνδας.
Η Ελευθερία Οδηγεί τον Λαό
Ο ανεπίσημος εθνικός πίνακας της Γαλλίας φιλοτεχνήθηκε από τον Ευγένιο Ντελακρουά, ο οποίος εμπνεύστηκε από την επανάσταση των «Τριών Ένδοξων Ημερών» και στην πτώση του βασιλιά Καρόλου Ι’, του τελευταίου απογόνου των Βουρβόνων. Ο Γάλλος ζωγράφος απεικονίζει τη Μαριάν, την αλληγορική μορφή της Ελευθερίας, να ηγείται με αποφασιστικό βλέμμα και δυναμική όψη μιας ποικιλόμορφης ομάδας επαναστατών κατά τη διάρκεια της Ιουλιανής Επανάστασης, κυματίζοντας την τρίχρωμη γαλλική σημαία στο ένα χέρι και κραδαίνοντας τουφέκι με ξιφολόγχη στο άλλο.

Μάλιστα, η εξανθρωπισμένη μορφή παροτρύνει τους εξεγερμένους – κάθε ηλικίας και τάξης - να προχωρήσουν, προσπερνώντας το οδόφραγμα από πτώματα. Ο πίνακας, που θεωρείται εμφανίζεται στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, ακόμη και σε εξώφυλλα μουσικών άλμπουμ, αποτελεί ένα παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης κατά της τυραννίας και μια υπενθύμιση της σημασίας της συμμετοχής του λαού στη διαμόρφωση της πολιτικής της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της επανάστασης.


