Μαύρη Λίστα Του Χόλιγουντ:Το ψυχροπολεμικό «κυνήγι μαγισσών»

«Προϊόν» του Κογκρέσου και της Επιτροπής Αντιαμερικανικών ∆ραστηριοτήτων με την υπογραφή του Τζόζεφ Μακάρθι, η Μαύρη Λίστα του Χόλιγουντ στιγμάτισε εκατοντάδες ανθρώπους, σε μια προσπάθεια εξάλειψης της «κόκκινης απειλής».

Η Μαύρη Λίστα του Χόλιγουντ ήταν ένα είδος άτυπου καταλόγου, που κυκλοφορούσε στις διάφορες κινηματογραφικές εταιρείες του Χόλιγουντ κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν όσοι άνθρωποι του θεάματος θεωρούνταν μέλη ή επιρροές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το κόστος της «καταγραφής» τους ήταν ο αποκλεισμός από κάθε εργασία στον κινηματογράφο και σε αρκετά θέατρα των Η.Π.Α..

Αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην αμερικανική κοινωνία ήταν διάχυτη η άποψη πως η «κόκκινη απειλή» ήταν πολύ κοντά και πως σύντομα τα πυρηνικά όπλα θα κατέστρεφαν τις Η.Π.Α.. Η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων διατύπωνε διαρκώς τα ίδια ερωτήματα . «Είστε ή υπήρξατε στο παρελθόν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος;», «Γνωρίζετε κάποιον που είναι ή υπήρξε μέλος στο παρελθόν;», ερωτήματα τα οποία ακόμη κι αν δεν έβρισκαν απάντηση από τα ίδια τα άτομα, έβρισκαν άλλα ευήκοα «ώτα», για να τα επιβεβαιώσουν.

Από τους πρώτους που προσέφερε τις υπηρεσίες του στην επιτροπή ήταν ο Ουώλτ Ντίσνεϋ, ο οποίος κατέδωσε όλους τους συνδικαλιστές των εταιρειών του ως κομμουνιστές, ενώ εξίσου ενεργός υπήρξε και ο ηθοποιός Αντόλφ Μενζού, ο οποίος δήλωνε, με θράσος, στην Επιτροπή: «Είμαι κυνηγός μαγισσών, εάν οι μάγισσες είναι κομμουνίστριες. Είμαι ψαράς κόκκινων. Θέλω να τους στείλω όλους στη Ρωσία»

Η αρχή της Μαύρης Λίστας έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1947, έπειτα από την απόλυση δέκα σεναριογράφων και σκηνοθετών, οι οποίοι αρνήθηκαν να καταθέσουν στην Επιτροπή, ισχυριζόμενοι πως δεν είναι υποχρεωμένοι να δώσουν εξηγήσεις για τις προσωπικές πολιτικές επιλογές τους.

Αμέσως μετά την απόλυση των Δέκα, οι εκπρόσωποι όλων των κινηματογραφικών εταιρειών, με κοινή τους ανακοίνωση, δήλωναν πως η άρνηση τους ήταν επιζήμια για τους εργοδότες τους και πως στο εξής δεν θα τους ξαναπροσλάμβαναν, εκτός εάν ορκίζονταν ότι δεν είναι κομμουνιστές.

Η ίδια υπόσχεση δόθηκε και από το συνδικαλιστικό όργανο των ηθοποιών, με επικεφαλής τον Ρόναλντ Ρέηγκαν, μετέπειτα πρόεδρο των Η.Π.Α. να αναγκάζει όλα τα μέλη του σωματείου να δώσουν τον ίδιο όρκο.

Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η λίστα είχε γεμίσει με ονόματα εκπροσώπων όλων των ειδών τέχνης, των οποίων τα πολιτικά φρονήματα θεωρήθηκαν απειλή για το αμερικάνικο έθνος. Ουσιαστικά, στη λίστα καταγράφηκαν όχι μόνο όσοι ήταν, πράγματι, αριστεροί, αλλά και όσοι υπήρχαν υποψίες ότι, τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, είχαν φιλικές ή ερωτικές σχέσεις με κομμουνιστές ή ακόμα είχαν προσφέρει βοήθεια σε άτομο που προερχόταν από την Ρωσία ή άλλη χώρα της τότε Ε.Σ.Σ.Δ..

Στην προσπάθειά τους να εργαστούν, κάποιοι προγραμμένοι αναγκάστηκαν να χρησιμοποίησουν ονόματα άλλων συναδέλφων τους ή ακόμη και ψευδώνυμα, για να σκηνοθετήσουν, να επενδύσουν μουσικά και σεναριογραφικά ένα έργο, με πολύ χαρακτηριστική περίπτωση αυτή του σεναριογράφου Ντάλτον Τράμπο.

Ο Τράμπο για περισσότερα από δέκα χρόνια υπέγραφε τα έργα του με άλλο όνομα, με πολλά από τα έργα του να βραβεύονται με Όσκαρ, τη στιγμή που ο ίδιος είχε χαρακτηριστεί από την αμερικανική κυβέρνηση ως εχθρός του έθνους.

Αυτή τη δυνατότητα της χρήσης περσόνας, όμως, δεν διέθεταν σκηνοθέτες και ηθοποιοί, οι οποίοι λόγω της φύσης του επαγγέλματός τους, αν ήθελαν να διαλύσουν τις φήμες για το όνομά τους, κατέδιδαν συναδέλφους τους, με γνωστό το παράδειγμα του πολυβραβευμένου Ελία Καζάν που κατονόμασε, μεταξύ άλλων, τον Ζυλ Ντασέν, εξωθώντας τον να εγκαταλείψει μόνιμα τη χώρα.

kinimatografos_mavrh_lista2

Χρόνια αργότερα και με αφορμή τη βράβευση του Καζάν με τιμητικό χρυσό αγαλματίδιο για την προσφορά του ο Ντασέν θα δηλώσει: «Ο Καζάν ήταν κάποιος που αγαπούσα και ποτέ δεν ξεπέρασα αυτό που έκανε. [...] Aν του είχε απομείνει λίγη αξιοπρέπεια θα έπρεπε να απορρίψει το βραβείο».

Οι διώξεις συνεχίστηκαν για δυο σχεδόν δεκαετίες με πολλούς ανθρώπους των τεχνών να βρίσκονται άνεργοι, κυνηγημένοι ακόμη και φυλακισμένοι.

Οι «Δέκα του Χόλιγουντ» ήταν οι: Λέστερ Κόουλ, Ρινγκ Λάρντνερ, Τζον Χάουαρντ Λόουσον, Άλμπερτ Μάλτς, Αλβάχ Μπέσσι, Χέρμπερτ Μπίμπερμαν, Έντουαρντ Ντμίτρικ, Σάμιουελ Ορνίτζ, Ρόμπερτ Άντριαν Σκοτ και Ντάλτον Τράμπο.

Οι «Δέκα του Χόλιγουντ», όπως είναι γνωστοί, όχι μόνο αρνήθηκαν να συνεργαστούν στις ανακρίσεις, αψηφώντας τις απειλές της Επιτροπής, αλλά και καταδίκασαν τις πρακτικές της ως εξωφρενική παραβίαση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, καθώς είχαν, βάσει Συντάγματος, την απόλυτη ελευθερία να ανήκουν σε οποιαδήποτε πολιτική οργάνωση ήθελαν.

Πληρώνοντας το υψηλότερο τίμημα για τις πράξεις τους οι «Δέκα του Χόλιγουντ» παραπέμφθηκαν για περιφρόνηση του Κογκρέσου και καταδικάστηκαν σε ένα χρόνο φυλάκισης και πρόστιμα ύψους χιλίων δολαρίων. Η έφεση που υπέβαλαν δεν έγινε δεκτή, με αποτέλεσμα να εκτίσουν, κανονικά, την ποινή τους.

Από τη φυλακή, τελικά, ένας από τους «Δέκα», ο Έντουαρντ Ντμίτρικ, συνεργάστηκε με την κυβέρνηση και το 1951 «έδωσε» τα ονόματα περισσότερων από είκοσι συναδέλφων του από τη βιομηχανία του κινηματογράφου, ισχυριζόμενος πως ήταν κομμουνιστές, προκειμένου να μπορέσει να ενταχθεί ξανά στο Χόλιγουντ.

Το κυνήγι μαγισσών άρχισε να ανακόπτεται στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με τον Κερκ Ντάγκλας να είναι από τους πρώτους που, ως παραγωγός της ταινίας Spartacus ανέθεσε στον μέχρι τότε εχθρό του «αμερικάνικου ονείρου», Ντάλτον Τράμπο, τη συγγραφή του σεναρίου.

Ο Κερκ Ντάγκλας, χρόνια μετά, δήλωσε: «Έζησα την εποχή της Μαύρης Λίστας, μια εποχή φόβου και παράνοιας, και θυμάμαι όλους εκείνους τους φίλους μου που εκδιώχτηκαν, εξορίστηκαν, έχασαν τις δουλειές τους, που αυτοκτόνησαν από απόγνωση, όταν όλοι τούς γύρισαν την πλάτη. Αθώοι άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά είδαν τις ζωές τους να καταστρέφονται. Έκανα 85 ταινίες, αλλά εκείνο για το οποίο είμαι πραγματικά υπερήφανος είναι η στιγμή που έσπασα τη Μαύρη Λίστα. Όταν αποφάσισα να συνεργαστώ με τον Ντάλτον Τράμπο, δέχτηκα απίστευτες απειλές, όπως ότι αυτή η επιλογή μου θα με τοποθετήσει κι εμένα στη λίστα των συμπαθούντων του κομμουνισμού κι αυτό θα σημάνει το τέλος της καριέρας μου. Αυτό δεν με έκανε να μετανιώσω. Είναι στο χέρι μας να θυμόμαστε τη Μαύρη Λίστα ώστε εποχές όπως εκείνη να μην ξανασυμβούν» .

Την ημέρα της πρεμιέρας της ταινίας συντηρητικοί πολίτες οργάνωσαν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας έξω από αίθουσες όλης της χώρας, ζητώντας την απαγόρευση της ταινίας. Συμβολικά, ο νεοεκλεγείς, τότε, πρόεδρος Τζον Κένεντι εμφανίστηκε έξω από έναν κινηματογράφο, και αφού προσπέρασε τους διαμαρτυρόμενους, παρακολούθησε την ταινία, καταδεικνύοντας την πρόθεσή του να τελειώνει με αυτές τις πρακτικές.

Το οριστικό τέλος, ωστόσο, της Μαύρης Λίστας ήλθε το 1962 με αφορμή την καταδίκη ενός πρακτορείου ερευνών, το οποίο τροφοδοτούσε τις εταιρείες με στοιχεία. Αν και η λίστα έπαψε να υφίσταται, οι καριέρες εκατοντάδων ανθρώπων είχαν καταστραφεί, οικογένειες είχαν διαλυθεί και πολλοί είχαν πεθάνει, ενώ μόλις το ένα δέκατο κατάφερε να επανενταχθεί στην κινηματογραφική παραγωγή.